Η ιστορία μιας διαλυμένης οικογένειας σε μια εξωτερικά υγιή πόλη (παραμύθι)

i-istoria-mias-dialymenis-oikogeneias-se-mia-exoterika-ygii-poli-paramythi

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μια οικογένεια, η οποία ζούσε σε ένα από τα μικρότερα σπίτια της πόλης- σίγουρα όχι το μικρότερο, αλλά αυτό το στοιχείο δε μας ενδιαφέρει τόσο. Παρά το μικρό μέγεθος, αυτό το σπίτι είχε κάτι μαγικό, η ομορφιά του ήταν αδιαμφισβήτητα αναγνωρισμένη και ο γενικότερος θαυμασμός των υπόλοιπων οικογενειών τις ωθούσε να το επισκέπτονται συχνά. Δόσεις φθόνου υπήρχαν σ’ αυτόν το θαυμασμό; Όχι σίγουρα όχι, τουλάχιστον αρχικά, γιατί ο εντυπωσιασμός και η λατρεία τον σκότωναν. Αυτό ήταν που διατηρούσε τις σχέσεις μεταξύ των σπιτιών καλές. Βέβαια, πάντα υπήρχαν οι κακεντρεχείς συγγενείς που προσπαθούσαν να πείσουν την πλειονότητα των μελών ότι αυτοί είναι οι καλύτεροι. Συχνά αποτύγχαναν. Τέτοιοι συγγενείς δε θα μπορούσαν να απουσιάζουν και από το οίκημα των ηρώων.

Μόνο που με την πάροδο των χρόνων, αυτοί συνεχώς πλήθαιναν, επειδή κάποτε, κάποιοι πείστηκαν για την ορθότητά τους. Κόντρα σ’ αυτούς πάντα υπήρχαν άτομα, που δε δίστασαν να χαλάσουν κάθε σχέση μαζί τους. Να κόψουν την αλυσίδα και μαζί μ’ αυτήν να δημιουργούν ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στους συγγενείς. Έτσι, το σπίτι παρέμενε όμορφο και καλοδιατηρημένο εξωτερικά, κατάφερνε να χρησιμοποιεί τη μάσκα του, μα μέσα ο ζόφος είχε δημιουργηθεί και δεν έλειπαν και βορβορώδεις συμπεριφορές.

Κάποια στιγμή λοιπόν, και ενώ είχαν φουντώσει οι φήμες περί μη ομαλών σχέσεων “εντός των τειχών”, ο τότε αρχηγός της οικογένειας αποφάσισε να ανοίξει ελεύθερα το σπίτι σε γείτονες, φίλους και μη, με στόχο να ανατρέψει κάθε κακή φήμη που γινόταν ολοένα και πιο πιστευτή στην ομήγυρη. Είχε ήδη αρκετούς φίλους και δεν ήθελε να κόψει τις σχέσεις που με τόσο κόπο είχε δημιουργήσει, λόγω μιας φήμης που κατά βάση ήταν αληθής. Και τα κατάφερε. Όσο ήταν εν ζωή ανέτρεψε κάθε δεισιδαιμονία και εξουδετέρωσε κάθε κακή γλώσσα, που με την πρώτη ευκαιρία κινδυνολογούσε και προέβλεπε δυσοίωνες τις σχέσεις μεταξύ συγγενών, παλαιότερων και νεότερων. Εν αγνοία του ή εσκεμμένα αυτό που έκανε ήταν να μεταβιβάζει τα δικά του λάθη-και όλων των προγόνων του- στους επόμενους, που με τη σειρά τους έμελλε να τα “μεταλαμπαδεύουν” μαζί με κάθε αμοραλιστική παράδοση στους επόμενους.

Μα και οι απόγονοι αρχηγοί, λόγω αδυναμίας, ανικανότητας ή ίδιου συμφέροντος (πολλές φορές προσπαθούσαν να αποσπάσουν χρήματα από συγγενείς με ευφάνταστες δικαιολογίες, όπως τότε που ήθελαν να διορθώσουν τους τοίχους του σπιτιού που χάλασαν λόγω του καιρού, και ακόμα χαλασμένοι είναι) άφηναν τις ευθύνες, διογκωμένες στους επόμενους. Μέχρι που μια μέρα, οι ανάγκες των μελών δεν μπορούσαν να καλυφθούν, τουλάχιστον όχι όλων. Και λόγω της πρότερης σχάσης μεταξύ τους δεν υπήρχε αλληλοβοήθεια. Όμως, επειδή ο καθένας πρέπει να αντεπεξέλθει στα πρέπει του και τα θέλω του, με διαφορετικό τρόπο στο καθένα, άρχισε να επαναστατεί. Τα δωμάτια των συγγενών δεν είχαν διόδους επικοινωνίας και τα προβλήματα αρκετά.

Στην αρχή, οι κάτοικοι ενός από τα πολλά δωμάτια-ήταν υπερβολικά πολλά για το μικρό μέγεθος του οικήματος- σταμάτησαν να καλύπτουν βασικές τους ανάγκες. Αδυνατούσαν να πληρώσουν, να βάλουν μερίδιο στα έξοδα του ρεύματος του σπιτιού, στην καθαριότητα, με αποτέλεσμα να αποστασιοποιούνται, όχι ηθελημένα, από τους λοιπούς ενοίκους. Ήταν και οι αποστάσεις, οι κόντρες, οι κακές γενικά σχέσεις μεταξύ τους που απώθησαν τους υπόλοιπους να βοηθήσουν και δη ο αρχηγός, ο οποίος αδιαφόρησε, σε μια εκδήλωση σκληρότητας, για τις ανάγκες τους. Η απομόνωση είχε ήδη αρχίσει και σύντομα, η ατροφία, κυριολεκτική και μεταφορική, τους χτύπησε την πόρτα-γιατί συγγενής δεν τη χτυπούσε ποτέ- με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να αφήσουν το δωμάτιό τους και να αναζητήσουν στέγη σε γειτονικές κατοικίες με μιαν ελπίδα συμπόνοιας στην οποία ήλπιζαν. Και τα κατάφεραν, ανέκαμψαν, και με την προϋπόθεση να βοηθούν στις δουλειές του σπιτιού, πέτυχαν να επανέλθουν σε σχετικά φυσιολογικούς τρόπους ζωής, σίγουρα καλύτερους από του “πατρικού” τους.

Κάποια στιγμή λοιπόν, και ενώ ολοένα και περισσότερα μέλη της οικογένειας την εγκατέλειπαν, αφού ακολουθούσαν το δρόμο των πρώτων, άρχισε η οριστική αποσύνθεση των σχέσεων μεταξύ τους. Βέβαια, η ελπίδα για επιστροφή πάντα υπήρχε και ακόμα υπάρχει σε κάποιους, αλλά η αρχική “ασθένεια” του οικοδομήματος αυτού δε σήμαινε ότι δεν υπήρχαν άλλα σε χειρότερη κατάσταση. Υπήρχαν. Και τα μέλη αυτών ήταν που είχαν αρχίσει αυτή την κίνηση της μετοίκησης. Έτσι, υπήρξε μια μίμηση ενεργειών. Μέλη όμως άλλων ασθενών οικογενειών ζήτησαν στέγη σε κάποια από τα ελεύθερα δωμάτια του σπιτιού και τους προσφέρθηκε και αυτό ήταν το σωστό.

Παρ’ όλα αυτά, ο αυξανόμενος αριθμός όσων εξέρχονταν σε σχέση με τους εισερχόμενους είχε δημιουργήσει εχθρικές διαθέσεις απέναντι στις νέες κατοικίες, μα η οικογένεια είχε χάσει τη δύναμή της απέναντί τους. Δεν μπορούσε να κερδίσει πίσω τα χαμένα άτομα. Αναγνωρίζοντας λοιπόν την έλλειψη ισχύος της και πλήρης φόρτου μίσους εναντιώθηκε σε μονάδες αδύναμων νέων “ενοίκων”. Σίγουρα, τα ηττημένα πατρικά απωθημένα του τότε αρχηγού και των παρακείμενων οικογενειακών “συμβούλων” του θα έβρισκαν εύκολη εφαρμογή στο νέο αίμα. Και εφαρμόστηκαν, και οι νεοεισερχόμενοι αναγκάστηκαν να υπομείνουν όλα τα μαρτύρια και όλους τους βάναυσους οικογενειακούς κανόνες που επιβλήθηκαν, πάντα με την αμφίεση της ανάγκης να αποκατασταθεί η φήμη της οικογένειας. Ήταν και τα εναπομείναντα μέλη, που δεν μπορούσαν να φύγουν και ταυτόχρονα δε διατηρούσαν και τις καλύτερες των σχέσεων με τον πατέρα. Τι πιο φυσικό από το εναντιωθούν οι περισσότεροι στους “εισβολείς”, όπως τους νόμιζαν.

Παράλληλα, αυτές οι εξελίξεις συνοδεύτηκαν και από ασθένειες, σωματικές και ψυχικές, που δεν αντιμετωπίζονταν. Όσο για τα παιδιά, και αν πήγαιναν στο σχολείο δεν μπορούσε κανείς να υποσχεθεί ή απλά να ελπίζει ότι με κάποιον τρόπο θα αποτινάξουν τα καταστροφικά παραδείγματα των γονιών τους. Γιατί σε κάποιο σημείο, οι γονείς τους, μέλη της οικογένειας, τους μετέδωσαν τα μικρόβιά τους και μολυσμένα συγκεντρώθηκαν σε τέτοιους χώρους. Βέβαια, τελευταία κάπως μετριάστηκαν κάποιες από τις παρενέργειες αυτών των θανατηφόρων κατά τα άλλα μικροοργανισμών, αλλά όλα είναι ακόμα στην αρχή.

Η στάση των γειτόνων και συμπολιτών ποια ήταν; Προσπάθησαν να βοηθήσουν, και στην αρχή ήταν διαθέσιμοι, αλλά η οικογένεια ήταν εχθρική απέναντί τους, με αποτέλεσμα να γυρίζουν σιγά σιγά την πλάτη τους, αλλά παρά τις αντιξοότητες συνεχίζουν να προσφέρουν υπηρεσίες… προφανώς με ανταλλάγματα… βαριά και εξουθενωτικά. Έγινε και η οικογένεια θύμα της πρότερης συμπεριφοράς της, μιας και τώρα, ένα σύνολο μονάδων ζήτησε ελπίδα και ζωή από κάποιο άλλο σπίτι.

Και ακόμα παλεύουμε…

Υ.Γ.: Ήρωες του “παραμυθού”, που εντέλει μόνο παραμύθι δεν είναι, αλληγορία θυμίζει, είμαστε όλοι μας. Και το αν θα υπάρξει τέλος, εμείς θα το αποφασίσουμε. Η αλήθεια είναι ότι ένα τέλος αναίμακτο είναι ουτοπικό, οι πληγές ήδη άνοιξαν. Πότε θα κλείσουν όμως και πώς; Ο χρόνος και ο τρόπος θα καθοριστεί από όλους τους ήρωες του “σπιτιού”, ομαδικά.