Ο άνθρωπος που ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς του με την ηθοποιία

o-anthropos-pou-xekatharise-tous-logariasmous-tou-me-tin-ithopoiia

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας ισχυρίζεται ότι ξεκαθάρισε τους λογαριασμούς του με την ηθοποιία. Τα τελευταία χρόνια ακλόνητη αξία του παραμένει η πρωινή ραδιοφωνική του εκπομπή στον Εν Λευκώ 87,7. Ακολουθούν η ηδονή της ανάγνωσης και η συγγραφική (ανα)κατασκευή της περιπετειώδους και χωρίς φύλλο πορείας διαδρομής του στον κόσμο. Με τίτλο «Ως εκ θαύματος» μόλις κυκλοφόρησε από τον Καστανιώτη ο πρώτος από τους τρεις τόμους των απομνημονευμάτων του. Από το Πασαλιμάνι του ’50 στην αφύπνιση της Αθήνας του ’60 και από την κλεισούρα της χούντας στο κοσμοπολίτικο πανηγύρι της Νέας Υόρκης. Θα ακολουθήσουν δύο τόμοι για άλλα τριάντα τόσα χρόνια. Επιτομή αυθεντικής σικ μποεμίας, οξυδερκής παρατηρητής, ο Τζούμας συχνά τηρεί αποστάσεις ασφαλείας για να επιβιώνει. Σίγουρα δεν θα έπεφτε στην πυρά για καμία σωτηριολογία και κανέναν -ισμό. Αλλά και ποτέ δεν θα ξεπουλούσε μία σταγόνα γνήσιας συγκίνησης, είτε για τα χρήματα είτε για τη δόξα. Η κυνικότητα και η μπλαζέ αίσθηση ματαιότητας που φοράει μαζί με το καπέλο του όταν βγαίνει βόλτα στην οδό Σκουφά ή ταξιδεύει στο «πολιτισμένο» εξωτερικό, είναι η πανοπλία ενός ευαίσθητου ιππότη, σε εποχές ολοσχερώς αντι-ιπποτικές.

Χρησιμοποιείς μολύβι και χαρτί, ή υπολογιστή;

Γράφω με το χέρι, δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία.

Ποιο ήταν το κίνητρό σου για να γράψεις απομνημονεύματα;

Το ίδιο με το αρχικό μου κίνητρο και για την τέχνη, η τρομερή περιέργεια που έχω για τον άλλον. Μέχρι και για ασήμαντα πράγματα, πού πήγε, ποιον είδε, αν πήρε κιλά, τι άποψη έχει για το τάδε θέμα. Εγώ από τις ζωές των άλλων έμαθα τον εαυτό μου. Στον άγραφο νόμο της αντροπαρέας μας στη δεκαετία του ’60, το να μιλάμε για τα προσωπικά μας ήταν ξετσιπωσιά. Τώρα, πώς βγήκα πιο «ξετσίπωτος», δεν ξέρω. Ελπίζω να μην ενοχληθούν αυτοί τους οποίους αναφέρω, μόνο με τα μικρά τους ονόματα, τα αληθινά.

Γνώρισες το κοσμοπολίτικο πρόσωπο της Αμερικής στις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Το Σαν Φρανσίσκο, το Μπέρκλεϊ, τη Βοστόνη, κυρίως τη Νέα Υόρκη. Είχε ένα κατάστημα ρούχων η σύντροφός μου στη Νέα Υόρκη και όλοι οι διάσημοι έρχονταν και ψώνιζαν. Ήμουν εντελώς άγνωστος μεταξύ διασήμων. Έκανα διάφορες δουλειές, γυμνό μοντέλο σε σχολή καλών τεχνών, διανομή λαχανικών, τέτοια. Μια φορά χτυπήσαμε το κουδούνι για να παραδώσουμε λαχανικά σε ένα σπίτι που αποδείχθηκε ότι ήταν του Τζον Λένον.

Μπορεί να αρρωστήσει έναν άνθρωπο η διασημότητα;

Ε, φυσικά. Κυρίως όταν διαπιστώνεις ότι στο διπλανό τραπέζι αυτή η διάσημη περίπτωση, που τον ξέρεις από το σινεμά, το θέατρο, τον χορό, είναι καθημερινά σε κατάσταση Βατερλό. Αυτό με προσγείωνε, με έκανε έως και να μελαγχολώ, αλλά και μου υπογράμμιζε το αίσθημα περί ματαιότητος που θα σου ’ρθει κάποια στιγμή στη ζωή.

Γιατί άφησες τον χορό;

Οι μητροπόλεις μπορεί να έχουν πολλά να σου δώσουν, αλλά μπορούν να σβήσουνε μια φλόγα. Σε μένα συνέβη αυτό. Κάποια στιγμή είπα: «Πολύ βαριά η καλογερική». Ήταν τόσο συναρπαστική η ζωή της Νέας Υόρκης που φανταζόμουνα ότι ως ηθοποιός μπορούσα και να ξεγελάσω. Δηλαδή να έχω και τις μαγικές νύχτες, τα ξενύχτια, και τις επιδόσεις μου στην ηθοποιία. Με τον χορό αυτό είναι αδύνατον, το κορμί δεν ακολουθεί εάν έχει προηγηθεί μια νύχτα κραιπάλης

Υπάρχει και η άλλη, η «βαθιά Αμερική». Με τα μικρά χωριά, τη θρησκοληψία, τα όπλα, το «αυτή είναι η ιδιοκτησία μου» και λοιπά.

Αυτό δεν θέλησα να το γνωρίσω. Γενικά δεν έχω καμία διάθεση να παρακολουθώ τη ζωή όσων δεν με αφορούν. Ένας από τους λόγους που έχω σταματήσει το θέατρο είναι ότι πληθαίνουνε οι ρόλοι των «καθαρμάτων». Πρέπει να επιστρατεύσεις το μεγαλύτερο ταλέντο σου, το χάρισμά σου, την ευφυΐα σου, ακόμη και τη γοητεία σου για να «κατέβουν» στους θεατές. Δεν θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ασχολούμενος με καθάρματα, χαρακτήρες εξουσιομανείς, που δολοφονούν για να καθίσουν σε ένα θρόνο. Θα μου πεις, «μα αυτή είναι η ιστορία όλου του δυτικού κόσμου». Ναι, αλλά δεν θέλω να υπηρετώ στη σκηνή αυτό το δηλητήριο, με το πρόσχημα ότι είναι παραδείγματα προς αποφυγήν.

Το σημερινό θέατρο το παρακολουθείς;

Όχι τόσο πολύ πια. Υπήρξα φανατικός θεατής, ένα… έρμαιο, έβλεπα τα πάντα. Και έξω και εδώ. Τα τελευταία χρόνια στο Φεστιβάλ του Λούκου είδα μερικά πράγματα πολύ ενδιαφέροντα όντως, παρά την εμμονή του στη γερμανική «αβανγκουάρντια», όπως η ομάδα Σαουμπίνε του Βερολίνου, πειράματα με τα οποία εγώ πλήττω. Προτιμώ τη Φιόνα Σο στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. Ούτε σινεμά πολυβλέπω.

Έχεις παραδοθεί στην ανάγνωση;

Ναι. Για παράδειγμα, μου αρέσουν κάτι περίτεχνα, ελαφρά και παιχνιδιάρικα δοκίμια, όπως του Κωστή Παπαγιώργη ή του Αλέν ντε Μποτόν.

Στυλίστες γραφιάδες αυτοί.

Εξαιρετικοί, εξαιρετικοί. Χαίρεσαι να τους διαβάζεις. Μου αρέσουν τα μυθιστορήματα. Και οι βιογραφίες. Διάβαζα τη βιογραφία του Μπέκετ. Λέει ότι όταν η αναγνώριση έρχεται σε μεγάλη ηλικία είναι κατάρα. Διότι δεν έχεις τα κότσια να ανταποκριθείς, να τρέχεις και να αναλύεις. Τώρα που μεγαλώνω πέφτει καμιά φορά κανένα παραλήρημα – ή στο ραδιόφωνο, ή όπως τώρα μιλώντας για το βιβλίο μου. Δεν έχω τα κέφια που θα είχα αν ήμουνα νέος είκοσι - τριάντα χρονών, που μ’ άρεσε να πω και κάτι ρηξικέλευθο, αιρετικό.

Είσαι σνομπ;

Μπορεί και να ’μαι σνομπ. Δεν είχα τίποτα εναντίον των σνομπ, διασκέδαζα μαζί τους όποτε τους συναντούσα. Κι επειδή εμείς οι ηθοποιοί είμαστε μιμητικά όντα, είναι σίγουρο ότι έχω κλέψει από κει σουσούμια και συμπεριφορές.

Υπάρχει κάτι που σνομπάρεις θανάσιμα;

Το εμφανές και το λαϊκίστικο. Τον «πανωλεθρίαμβο». Να έχεις μια εκπομπή στην τηλεόραση με τρομερή θεαματικότητα και να νομίζεις ότι σκίζεις. Αλλά το θέμα έχει νόημα, αξίζει τον κόπο; Μήπως θα ήταν προτιμότερο κάτι που να ανεβάζει ποιοτικά τον πήχη και ας μην είχε τόση απήχηση; Μήπως η κοινωνία επιβράβευσε κουτά; Τέτοια ερωτήματα μου περνάνε από το μυαλό.

Μου φέρνεις στο νου ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της Αριστεράς, το παραμύθι για τον «άγιο λαό». Ότι η πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο, ένστικτο, γνώση, ακόμη και γούστο. Μα κι ο Χίτλερ με εκλογές βγήκε.

Και τον Στάλιν «πατερούλη» τον φωνάζανε, ενώ οι μισοί διανοούμενοι ήτανε στα κάτεργα.

Χωρίς φυσικά να υιοθετεί κανείς αριστοκρατικές πολιτικές ή καλλιτεχνικές αντιλήψεις.

Όχι, όχι, καθόλου. Αλλά έχουνε γίνει εγκλήματα τόσο εν ονόματι αυτής της λαϊκότητας, όσο και εν ονόματι της ελευθερίας της έκφρασης. Τα πιο υπέροχα πράγματα είναι αυτά που δεν μπορείς να τα βάλεις σε ένα καλούπι, σε ένα κλισέ. Το ίδιο και στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Παράδειγμα: Σου γίνεται ένα καλό. Δεν το παίρνεις χαμπάρι εκείνη την ώρα, μετά διαπιστώνεις πόσο εξαιρετικός ήτανε ένας συγκεκριμένος άνθρωπος απέναντί σου. Ή το θαύμα του «χαλιού κάτω απ’ τα πόδια», όταν μένεις μετέωρος και μετά καταλαβαίνεις ότι κάτι άλλαξε. Η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές που μας διαφεύγουνε.

Κι ο χρόνος που περνάει;

Ένα πολύ περίεργο πράγμα. Δεν φτάνει που είναι ανθρώπινη επινόηση, μας καταπιέζει κιόλας. Σκέψου πόσο η φύση είναι αδιάφορη για τον χρόνο. Τα βουνά είναι εκεί, δεν πά’ να ακούς εσύ Ερίκ Σατί, να διαβάζεις Ναμπόκοφ ή να είσαι ντυμένος στον Αρμάνι; Είχε μια σκασίλα το πεύκο και το ρυάκι…

Λένε ότι η ζωή είναι ένα δώρο χρόνου. Ότι θα ζήσεις, ξέρω γω, ογδόντα χρόνια. Και καθώς η κλεψύδρα αδειάζει φουντώνουν οι φόβοι.

Εγώ λέω: «Και τι έγινε που κυλάει ο χρόνος;». Μα τι τέλειο που «ως εκ θαύματος» είμαι εδώ και γίναν όλα αυτά τα πράγματα; Χωρίς κανένα πρόγραμμα, κανέναν τρομερό σχεδιασμό, ότι σπούδασα κάτι που πρέπει να μου αποδώσει μια καριέρα και τέτοια. Τυχαίες γνωριμίες, τυχαία παραστρατήματα, σταυροδρόμια που δεν ήξερες πού να πας, η δράση των δρόμων, κάπως έτσι αυτή τη στιγμή καθόμαστε και συζητάμε εμείς για ένα βιβλίο που έγραψα. Θεέ και Κύριε!

Σε φοβίζουν οι ασθένειες, ο θάνατος; Είσαι μεταφυσικός;

Όχι. Έχω μια περίεργη αντοχή. Το 2004 είχα μια περιπέτεια με την υγεία μου, μπαινόβγαινα στον Ευαγγελισμό, έκανα έξι σχήματα χημειοθεραπείας. Με ρωτούσαν οι γιατροί: «Δεν πονάς ;». Έλεγα: «Ναι, πονάω». «Γιατί δεν το διαβάζουμε στο πρόσωπό σου;». «Και τι σας νοιάζει αν πονάω εγώ; Εσείς θα κάνετε τη δουλειά σας κι εγώ τη δική μου, που είναι η πλήρης αδιαφορία για τον πόνο», τους έλεγα. Μου είπανε οι γιατροί ότι αυτό είναι βασικό στην ψυχολογία του ασθενούς. Άλλοι με το που ακούνε ότι έχουνε καρκίνο παθαίνουνε πατατράκ. Εγώ τέλειωνα, έπαιρνα ένα ταξί και πήγαινα κι έκανα εκπομπή τις δυόμιση βδομάδες μέχρι την επόμενη χημειοθεραπεία.

Αντέχεις και στον συναισθηματικό πόνο; Στους χωρισμούς, στις προδοσίες;

Αντέχω. Για χρόνια λειτουργούσα ως παυσίπονο: να μην παίρνεις χαμπάρι πότε έγινε η «εκπαραθύρωση». Και η δική σου και του άλλου προσώπου.

Δεν είναι λιγάκι απάνθρωπο όμως αυτό;

Πιθανόν. Μεγαλώνοντας και παίζοντας τρεις φορές Μπέκετ, κάθε φορά μια φράση στεκόταν λίγο πάνω από τις άλλες: «Μήπως κοιμόμουνα όταν οι άλλοι υποφέρανε;». Φυσικά, όταν το ζούσα δεν το έβλεπα ως απάνθρωπο, έλεγα: «Να που βρήκα έναν τρόπο να ψιλοεπουλώσω την πληγή, να μην πονέσουμε τόσο πολύ που χωρίζουμε». Ίσως επειδή στα 15 μου έμεινα χωρίς τη μητέρα μου. Μια άμυνα αναπτύχθηκε, μια αυτοπροστασία, ποιος ξέρει.

Πώς τα πας με την ψυχανάλυση;

Μιλάω μόνος μου πάρα πολύ συχνά. Και στον δρόμο και μπροστά στο μικρόφωνο. Δεν χρειάζεται λοιπόν να πάω να πω τα ίδια και σε ψυχαναλυτή.

Ο καθένας με το δικό του κεράκι προσπαθεί να φωτιστεί.

Φυσικά. Σέβομαι όσους το κάνουν. Ούτε λέω: «Εσύ γιατί πας στην εκκλησία;» ή «Εσύ γιατί πίνεις ένα ποτάκι κάθε βραδάκι;». Έχω μάθει να συνεννοούμαι και να επικοινωνώ με ανθρώπους που οι ζωές μας δεν έχουν καμία σχέση.

Το θέατρο το ξανασκέφτεσαι;

Όχι, παρά το γεγονός ότι γίνονται διάφορες προτάσεις οι οποίες μπορεί να έχουν και ενδιαφέρον. Αλλά μετά το «Εγώ δεν…» του Βασίλη Αλεξάκη (σ.σ.: το 2004), ήταν σαν να έκλεινα και το μάτι στον θεατή. Ότι: «Παιδιά, το καταλάβατε, εγώ με το θέατρο τελείωσα». Δεν αντέχω και τα βραδινά ωράρια του θεάτρου. Το ραδιόφωνο έρχεται πρώτο, μετά είναι τα διαβάσματά μου και τα γραψίματά μου. Και μετά όλα τα άλλα.

Η παρούσα συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στις 3.4.2008.