Μάρκος Βαμβακάρης: Ο θρύλος ενός μουσικού που σε διαπερνά

markos-vamvakaris-o-thrylos-enos-mousikou-pou-se-diaperna

Ποιος ξέρει ποιος ήταν πραγματικά ο Μάρκος Βαμβακάρης; «Εδώ ζεις είκοσι χρόνια μ' έναν άνθρωπο και ξαφνικά ανακαλύπτεις πλευρές του που ούτε υποψιαζόσουν...», λέει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Ωστόσο, απ' τη μεριά του το προσπάθησε: στο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας», το καινούριο του μυθιστόρημα που κυκλοφορεί αύριο από τα «Ελληνικά Γράμματα», ο θεσσαλονικιός συγγραφέας και δημοσιογράφος δεν επιχειρεί απλώς μια χαρτογράφηση του κόσμου μέσα από τον οποίο ξεπήδησε ο θεμελιωτής του ρεμπέτικου τραγουδιού αλλά και μια βουτιά στα σώψυχα του Μάρκου, ζωντανεύοντας το πάθος που του έτρωγε την καρδιά, αυτό το «ορυχείο έμπνευσης» που, μια ζωή, τροφοδοτούσε τη δουλειά του. Το πάθος του για την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκοάλα.


Είναι κατά ομολογία κάτι παραπάνω από φανατικός θαυμαστής του μεγάλου τραγουδιστή και μουσικού Μάρκου Βαμβακάρη», ο Σκαμπαρδώνης λογάριαζε από καιρό να καταπιαστεί δημιουργικά με τον Βαμβακάρη, αλλά η ευκαιρία τού δόθηκε πριν από δυόμισι χρόνια, όταν ο Γιώργος Πανουσόπουλος του πρότεινε να γράψει ένα σενάριο επικεντρωμένο σ' αυτόν, για μια ταινία που εκείνος θα σκηνοθετούσε.

Σε αντίθεση με την κινηματογραφική μεταφορά του «Ουζερί Τσιτσάνης» και μάλιστα από την αμερικανική εταιρεία FOX με ξένους συντελεστές που για την ώρα προχωρεί - «λεπτομέρειες προσεχώς, μόλις υπογραφούν τα συμβόλαια»- το παραπάνω σχέδιο φαίνεται πως έχει πλέον ναυαγήσει. Πατώντας όμως πάνω στο έτοιμο σενάριό του και ξαναγράφοντάς το «σε άλλον κώδικα, με άλλη όραση, αντίληψη και ρυθμό», ο Σκαμπαρδώνης έπλασε ένα ολόκληρο σύμπαν που αγκαλιάζει τη Σύρα, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά, κυρίως τον Πειραιά, μεταξύ 1932 και 1940, αφήνοντας τα όσα είχε διαβάσει, ακούσει και φανταστεί να ρέουν «κομματιαστά», σ' ένα ψηφιδωτό από εικόνες που εναλλάσσονται με αστραπιαία ταχύτητα.

«Επρεπε να 'ρχόσουνα, ρε μάγκα, στον τεκέ μας...». Απλωμένη σε τετρακόσιες περίπου σελίδες, η λοξή κι ώς ένα σημείο αυθαίρετη σύνθεση που προέκυψε, αποτελεί ταυτόχρονα και μια δικιά του, «αναδρομική ανταπόκριση σ' αυτό το χαμένο κάλεσμα του Μάρκου», όπως λέει. Τον ίδιο τον Βαμβακάρη δεν τον συνάντησε ποτέ. Τα τραγούδια του όμως τον συντρόφευαν από μικρό στη «λασπογειτονιά» που μεγάλωσε, κάτω απ' το Δάσος της Ελβετίας, στου Χαριλάου, μέσα σε μια πάμφτωχη οικογένεια, μ' έναν πατέρα μονίμως άνεργο που πέθανε στα 45 του, και μια μάνα που συντηρούσε μετά χιλίων βασάνων το μπακάλικό τους. «Ετσι μεγάλωσα, σαν σε χωριό, ανάμεσα σε εργατάκια, ψιλοχωροφύλακες και οικοδόμους», θυμάται ο Σκαμπαρδώνης. «Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης πρωτοπήγα δέκα χρονώ. Και για να πάρω το λεωφορείο, έπρεπε να περπατήσω μέσα στη λάσπη ένα χιλιόμετρο...».

Ενα ταξίδι σε αντίστοιχες γειτονιές είναι και το «Ολα βαίνουν καλώς εναντίον μας», με αφετηρία τον «ήρεμο, φτωχό, πρόσφυγα, μαύρο αλλά ζωντανό» Πειραιά, όπως τον ατενίζει από ψηλά ο νεαρός ακόμα Βαμβακάρης. Ενα ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα σε παράγκες, κάρα και σκυλιά που αλυχτούν, σε καφενέδες, λαμαρινένια υπόστεγα, κληματαριές και βασιλικούς, συντροφιά με ζεϊμπεκιές και σμυρναίικους αμανέδες, καβγάδες, πλάκες, φούντες και ναργιλέδες, κι έρωτες μεγάλους, βασανιστικούς.

Ο Σκαμπαρδώνης «συναντά» τον Μάρκο ενώ οδεύει προς τα τριάντα - τότε που πρωτοανεβαίνει στο πάλκο ως μέλος της «Ξακουστής Τετράδας του Πειραιά», μαζί με τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστη Δελιά, την εποχή που με τις ευλογίες του Μίνωα Μάτσα εισβάλλει το μπουζούκι στη δισκογραφία -και τον παρακολουθεί σ' όλη την περίοδο της ακμής του, ώς το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου του '40, λίγες ώρες μετά το γλέντι του δεύτερου γάμου του.

Η μετέπειτα διαδρομή του, τα χρόνια της παρακμής που έζησε μέχρι ν' αναλάβει το '65 διευθυντής της Κολούμπια ο Τσιτσάνης, δεν θίγονται στο βιβλίο. Κι όσοι έχουν εντρυφήσει στην ιστορία του ρεμπέτικου, ξέρουν απ' έξω κι ανακατωτά την αυτοβιογραφία του Βαμβακάρη ή έχουν διαβάσει το αφήγημα του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Ολοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», δεν πρόκειται να εκπλαγούν.

Πάθος φλογερό και νοσηρό


Τα παιδικά ακούσματα του Μάρκου στη Σύρο και η λατρεία που έτρεφε για τα πουλιά, οι πρώτες του χαμαλοδουλειές και η μαγεία που τον τύλιξε ακούγοντας το μπουζούκι του Νίκου Αϊβαλιώτη, η παρθενική του εμφάνιση με την Τετράδα στη μάντρα του Σαραντόπουλου, τα ευφάνταστα καλαμπούρια του Μπάτη (και χοροδιδασκάλου και φαρμακοτρίφτη και ιδιοκτήτη καφενείου -τεκέ), η εξάρτηση του πρόωρα χαμένου Δελιά από την ηρωίνη (με την οποία τον πότιζε τα βράδια, κρυφά, η κορακοζώητη όπως αποδείχτηκε φιλενάδα του, η Σκουλαρικού), η συνάντηση του Μάρκου με τον Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη και η ευνοϊκή στάση απέναντι στους ρεμπέτες του τοπικού αστυνομικού διοικητή Μουσχουντή, «είναι όντως γνωστά» παραδέχεται ο Σκαμπαρδώνης. «Το στοίχημα ήταν να τ' αναπτύξω με διαφορετικό τρόπο, αναζητώντας το αίσθημα, τους χαρακτήρες και τους ανθρώπους που θα έκαναν την αφήγηση συναρπαστική».

Το πάθος του Βαμβακάρη για το «λιοντάρι», τη Ζιγκοάλα, ήταν «φλογερό, ηδονικό αλλά και νοσηρό, αντιφατικό, αδιέξοδο». Την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα, λίγα χρόνια αφ' ότου είχε έρθει απ' το νησί στον Πειραιά, την παντρεύτηκε κλέβοντάς την στα 18 του, κι ο καημός του γι' αυτήν φαίνεται πως τον συνόδευε ώς τον θάνατό του. Τι κρατούσε τους δυο τους αλυσοδεμένους, ενώ η Ζιγκοάλα είχε στο μεταξύ σπιτωθεί από τον κουμπάρο τους, τον γυρολόγο Γιωργάκη, επίσης παντρεμένο κι αυτόν, με δυο παιδιά; Πώς και ο έρωτάς τους αναγεννιόταν απ' τις στάχτες του; Γιατί η γλυκιά «Φραγκοσυριανή» μεταμορφωνόταν κάθε τόσο σε μέγαιρα; Και πώς ο Μάρκος κουβαλούσε τόσο στωικά τη ρετσινιά τού κερατά;

«Η Ζιγκοάλα», εξηγεί ο Σκαμπαρδώνης, «αντλούσε αυταξία μόνο από την ομορφιά της. Τι είχε παντρευτεί; Εναν ημιάνεργο, χαμάλη, εκδοροσφαγέα, απόφοιτο της τρίτης δημοτικού. Και μέσα σε μια οχταετία, τον είδε να μεταμορφώνεται στον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο διασκέδασης στην Ελλάδα, στον ρεμπέτη που άνοιξε δρόμους στην λαϊκή μουσική. Δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους της -κάτι που συμβαίνει συχνά με τις συζύγους σπουδαίων καλλιτεχνών. Εδώ, βέβαια, χρειάστηκε να 'ρθει η μεταπολίτευση για ν' αντιληφθούμε ως χώρα το μεγαλείο του Βαμβακάρη, πώς να το αντιλαμβανόταν εκείνη; Ετερόφωτη, λοιπόν, μπλεγμένη με κάποιον που την ξεπερνούσε, εγκλωβίστηκε στο αδιέξοδό της. Γιατί ο Μάρκος μολύνθηκε, δαιμονίστηκε με το μπουζούκι. Εγκατέλειψε κάθε άλλη δουλειά και χώθηκε για τα καλά στο ρόλο του ρεμπέτη. Η μαγκιά, οι περιπλανήσεις, οι γκόμενες, οι τεκέδες δεν συμβιβάζονταν με την ιδιότητα του νοικοκύρη. Τη λαχταρούσε τη Ζιγκοάλα, όχι όμως για να μείνει μαζί της. Κι όταν εκείνη κατάλαβε πως δεν πρόκειται να κάνουν παιδί, τον άφησε για τον κουμπάρο τους, χωρίς όμως να πάψει και να τον κυνηγάει...».

Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε η Ζιγκοάλα. Στο «Όλα βαίνουν καλώς...», πάντως, ο Σκαμπαρδώνης δείχνει να κατανοεί τον φόβο που την παραλύει καθώς αντιλαμβάνεται ότι μεγαλώνει και η ομορφιά της θαμπώνει και ότι είναι καταδικασμένη να εξαρτάται από άλλους για τα προς το ζην. Οπως αντίστοιχα μπαίνει και στο μυαλό του Βαμβακάρη, αφουγκραζόμενος την πίεση που ένιωθε από τα πειράγματα των φίλων του, από την απόρριψη της οικογένειάς του («ρεζίλι μας κάνεις»), την προκατάληψη των αστών για το ρεμπέτικο, τα κυνηγητά της αστυνομίας, τη λογοκρισία από το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά, αλλά και τη δική του ανάγκη γι' αυτοπραγμάτωση μέσα στην παρέα και το γλέντι, μακριά από τα σκαμπανεβάσματα της πολιτικής ζωής.

«Το χάρισμά του ήταν ασύγκριτο», συνεχίζει ο Σκαμπαρδώνης. «Το φαντάζεστε; Ενας Ελληνας καθολικός να συνεχίζει την παράδοση των βυζαντινών δρόμων! Ο Βαμβακάρης ύμνησε την καθημερινή του οδύνη με τους δικούς του κώδικες, χωρίς μελοδραματισμούς, με δωρική στερεότητα και πειθαρχία, με τραγούδια-μασίφ που δεν λιώνουν μες στο χρόνο. Το ρεμπέτικο δεν είναι μόνο έκφραση του περιθωρίου. Τα θέματά του -ο έρωτας, ο θάνατος, η φτώχεια, η απώλεια, η προδοσία, η εγκατάλειψη- είναι οικουμενικά, αγγίζουν και ταλανίζουν τους πάντες. Ξέρω πολλούς εικοσάρηδες που ακούνε ρεμπέτικα και εκστασιάζονται. Έχουν κάτι από τα μπλουζ... Πώς μας αρέσει η Σεζάρια Εβόρα; Εχουμε καμιά σχέση, εμείς, με το Πράσινο Ακρωτήρι; Οχι, αλλά η μουσική της, ο ρυθμός, τα λόγια της, μας μεταγγίζουν ένα αίσθημα, μας συγκινούν. Ο φαντάρος που τον άφησε το κορίτσι του δεν θ' ακούσει Μαντόνα, με λαϊκά θ' απαλύνει τον νταλκά του».

«Όταν είμαι στενοχωρημένος, γράφω καλύτερα», έλεγε ο Βαμβακάρης. «Οταν είμαι χάλια, χτυπάω έναν Αηδονίδη και συνέρχομαι», ομολογεί κι ο συγγραφέας τού «Ολα βαίνουν καλώς...». Μακριά πια από επιτελικές θέσεις -«απλώς αρθρογραφώ στη "Μακεδονία"»- ευελπιστεί ότι μέσα από την επερχόμενη οικονομική ύφεση «νέες δυνάμεις θ' απελευθερωθούν, όπως μετά από κάθε καταστροφή. Ισως δούμε κι εμείς τη ζωή αλλιώς». Αλήθεια, τι κατευθύνσεις έδινε ο ίδιος, ως διευθυντής εντύπων και συγγραφέας ταυτόχρονα, για το ρεπορτάζ βιβλίου;

«Ότι προβάλλουμε τα πάντα, όντας κριτικοί αλλά και μεγαλόφρονες. Ότι στόχος δεν είναι να κατακρημνίζουμε και να ταπεινώνουμε αλλά, κυρίως, να ενθαρρύνουμε τους δημιουργούς. Κι ότι δεν φερόμαστε λες και ζούμε στη Γαλλία, κάνοντας τους πάπες σε ανθρώπους απ' τα Φάρσαλα και την Καβάλα που επιμένουν να γράφουν -μια μικρή χώρα είμαστε, έτσι κι αλλιώς».