Ένα οικογενειακό μυστικό από την Γενοκτονία των Αρμενίων

ena-oikogeneiako-mystiko-apo-tin-genoktonia-ton-armenion

Η Γενοκτονία των Αρμενίων από τους Νεότουρκους ξεκίνησε στις 24 Απριλίου 1915. Κάθε χρόνο στις 24 Απρίλη η Φετχιέ Τσετίν πηγαίνει να προσκυνήσει τον τάφο της γιαγιάς της, τιμώντας έτσι τη μνήμη της αλλά και τη μνήμη των 1.500.000 σφαγιασθέντων Αρμενιών. Κι ας γεννήθηκε Τουρκάλα.


Δικηγόρος και συγγραφέας η Τσετίν ανακάλυψε σχετικά νωρίς στη ζωή της πως στις φλέβες της έρρεε και αρμενικό αίμα. Πως το όνομα της προγιαγιάς της δεν ήταν Εσμά αλλά Ισγκουχί και πως τον παππού της δεν τον έλεγαν Χουσεΐν αλλά Χοβάνες. Και πως η γιαγιά της, αυτή που της αποκάλυψε την αλήθεια που τη συγκλόνισε, δεν λεγόταν Σεχέρ αλλά Χερανούς.

Ένιωσε η Τσετίν να καταρρέει ο κόσμος της, γιατί άλλα την είχαν διδάξει στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο. Σε μια συνωμοσία σιωπής, κανείς ποτέ δεν της είχε μιλήσει για το έγκλημα που είχε διαπραχτεί εις βάρος ενός ολόκληρου λαού. Και μάλιστα εις διπλούν, αφού την πρεμιέρα των σφαγών έκανε από το 1894 ώς το 1896 ο Αβδούλ Χαμίτ Β' σφαγιάζοντας 300.000 Αρμένιους.

Την ιστορία της οικογένειας της έγραψε η Τσετίν, που με τίτλο «Η γιαγιά μου» (μετάφραση Φραγκώ Καράογλαν, εκδόσεις Πατάκη) θα βγει σύντομα στα βιβλιοπωλεία.

Μια ιστορία που με συγκίνηση θα μας φέρει κοντά στο δράμα ενός λαού, σαν να μας την αφηγείται η ίδια η Χερανούς, αποστασιοποιημένη από το πέρασμα του χρόνου, γι' αυτό ακόμα περισσότερο πειστική, μετρώντας τις απώλειες, τους συγγενείς που χάθηκαν, τους άλλους που είχαν προλάβει να μεταναστεύσουν στην Αμερική και που χαμένοι ξαναβρέθηκαν.

Λάτρευε τη γιαγιά της η Τσετίν που την κανάκευε παιδούλα, μέσα στο μεγάλο ζεστό σπίτι. Γράφει για το πώς ζούσαν στην κωμόπολή τους, όπου οι τελάληδες διαφήμιζαν τις ταινίες που παίζονταν στους κινηματογράφους, φωνάζοντας: «Στο έργο αυτό θα κλάψετε πολύ. Θα κλάψετε τόσο που δεν θα σας φτάσει ένα μαντίλι. Στο έργο αυτό φέρτε δέκα μαντίλια».

Έτσι, απλά και τρυφερά εισάγει τον αναγνώστη στην ιστορία της κι αφήνει τον παππού της να πει για τη γιαγιά πως ήταν τόσο καλή που γινόταν «κούνια για το νεογέννητο και κάσα για τον πεθαμένο».

Και ύστερα έρχεται η φρίκη, της μεγάλης πορείας των Αρμενίων προς το θάνατο, όπως τη θυμάται η Χερανούς: «(...) Αφού περάσαμε το γεφύρι του Μαντέμ, κοντά στο Χάβλε, η γιαγιά μου, μητέρα του πατέρα μου, έριξε τα δύο εγγόνια της στο ποτάμι. Τα κορίτσια αυτά ήταν παιδιά των θείων μου.

Οι γονείς και των δυο τους είχαν δολοφονηθεί επειδή δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Η μια βυθίστηκε αμέσως, η άλλη όμως έβγαλε το κεφάλι της έξω από το νερό. Η γιαγιά άπλωσε το χέρι και την έσπρωξε πάλι μέσα. Το ξανάβγαλε άλλη μια, κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδε τον κόσμο, η γιαγιά τής έπιασε το κεφάλι και το ξανάχωσε στο νερό, ύστερα περίμενε λίγο να σιγουρευτεί ότι τα κοριτσάκια είχαν πνιγεί κι αφέθηκε κι εκείνη στο νερό που κυλούσε σαν τρελό, χάθηκε απ' τα μάτια μας». Σκότωναν οι ίδιες οι γυναίκες τα μικρά παιδιά για να μη ζήσουν ακόμα πιο μαρτυρικό θάνατο από τον πείνα, τη φωτιά ή το μαχαίρι.

Όμως δεν μένει εν τέλει ο αναγνώστης με τη γεύση όλου αυτού του θανατικού αλλά μ' εκείνη της ελπίδας, αφού, όπως και η γιαγιά της Τσετίν, πολλά κορίτσια και αγόρια γλίτωσαν όταν τα πήραν ως ψυχοπαίδια πονετικοί Τούρκοι. Κι ακόμα, το ωραιότερο, πολλές οικογένειες μπόρεσαν να ενωθούν ξανά, αφού έψαξαν και ξαναβρήκαν τους μετανάστες συγγενείς στις ΗΠΑ.

Αυτό που κάνει εντέλει το βιβλίο επικίνδυνο για όλους όσοι μας προσκαλούν στη λήθη είναι η ανθρωπιά του. Δεν έχει ο αναγνώστης εδώ να κάνει με στατιστικές αλλά με ανθρώπινες ιστορίες που αφορούν τα βάσανα που έζησαν, τον προηγούμενο αιώνα, πρώτα οι Αρμένιοι, για ν' ακολουθήσουν οι Ελληνες της Μικράς Ασίας και τέλος οι Εβραίοι στο Ολοκαύτωμα. Και έτσι με τον τρόπο της η Τσετίν προσθέτει σ' αυτό το «δεν ξεχνώ» που πρέπει ακοίμητο να ζεσταίνουμε όλοι μέσα μας.