Ρεαλιστικές λύσεις που θα τονώσουν τις παραπαίουσες οικονομίες

realistikes-lyseis-pou-tha-tonosoun-tis-parapaiouses-oikonomies


Την ώρα που ευρωπαίοι εταίροι και υπερατλαντικοί σύμμαχοι σκοτώνονται να εφεύρουν ψιλοβιώσιμες και ρεαλιστικές λύσεις που θα τονώσουν τις παραπαίουσες οικονομίες τους και θα αποτρέψουν το ολοκληρωτικό ναυάγιο του όλου καπιταλιστικο-καταναλωτικού οικοδομήματος, η Ελλάς αγρόν ηγόραζε. Ή, μάλλον, ημιυπαίθριον αγρόν νομιμοποιούσε. Και περαιώσεις αβέρτα διένειμε... Όταν γραφόταν το παρόν οι κυβερνητικοί νόες δεν είχαν ακόμα καταλήξει οριστικά για το κατά πόσον θα ισχύσουν τελικά αυτά τα δυο ασύλληπτης ξεφτίλας εισπρακτικά μέτρα. Αλλά και μόνο το ότι έπεσαν στο τραπέζι εν μέσω μιας άτσαλα καλυμμένης προεκλογικής περιόδου, λέει πολλά για το ποιόν της ημεδαπής πολιτικής σκηνής. 

Και άντε, ας πούμε, τις περαιώσεις τις έχουμε συνηθίσει πλέον· και, μεταξύ μας, κανείς δεν είχε πολυπιστέψει, βεβαίως, τις εξαγγελίες ότι να, το κράτος ενηλικιώθηκε και πάπαλα πια αυτό το άθλιο κλείσιμο του ματιού που διαιωνίζει τη φορολογική ασυνέπεια του πολίτη και την επακόλουθη καχυποψία των σαν να πούμε ελεγκτικών μηχανισμών. Αλλά αυτό το νέο φρούτο με τους ημιυπαίθριους, ειλικρινά δεν χωνεύεται με τίποτα, κύριε Σαρακατσάνε μου. Δηλαδή, δεν το χωράει ο νους μου. Χτίζει ο άλλος τσάτρα-πάτρα ένα τσιμεντένιο εξάμβλωμα, στην πορεία το «αναβαθμίζει» εμπλουτίζοντάς το με ένα κάρο μη εγκεκριμένες αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές πατέντες κι έρχεται μετά το οικονομικά αναγκεμένο κράτος και του λέει, δήθεν μεγαλόθυμα: 

Για να μη σε τρέχω αργότερα για όλες αυτές τις πολεοδομικές ατασθαλίες με τις οποίες έχεις ήδη στολίσει το τσαρδί σου, πλήρωνε τώρα τα δέοντα, να κάνω εγώ τα στραβά μάτια, να πας κι εσύ καλλιά σου, να τελειώνουμε, σαν την Πετρούλα, ικανοποιημένοι αμφότεροι και οι δύο. Μα, δηλαδή, ποιον κοροϊδεύουμε; Και για πόσο καιρό ακόμα θα συνεχίζουμε να κοροϊδευόμαστε αναμεταξύ μας; Διότι απ’ όπου κι αν το πιάσεις αυτό το ημιυπαίθριο μέτρο, μπάζει από παντού. Πρώτα απ’ όλα, είναι σαν το ίδιο το κράτος να προτρέπει σιωπηρά τον πολίτη να συνεχίσει να κάνει τις κουτσουκέλες του ανενόχλητος, αφού αργά ή γρήγορα η ντεμέκ κατάστασή του θα νομιμοποιηθεί. 

Αλλά κι αν δεν νομιμοποιηθεί, ποιος χέστηκε; Σάμπως θα γίνει ποτέ κανένας πραγματικός ή αδιάβλητος έλεγχος για τις πολεοδομικές παραβάσεις; Ακόμη δηλαδή κι αν είσαι τόσο γκαντέμης που ο γείτονάς σου να φθονεί τόσο ανεπανόρθωτα την... κατσίκα σου (ή τον ημιυπαίθριό σου), ώστε να σου στείλει πεσκέσι τους κρατικούς ελεγκτές, σιγά τα ωά: με λίγο λάδωμα από δω, λίγο σπρώξιμο από κει, πάλι θα τη σκαπουλάρεις. Κατόπιν όλων αυτών, ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκατά βγαίνουν διάφοροι κυβερνητικοί κύκλοι και διαρρέουν ή υπονοούν ότι, εφόσον τελικά ισχύσει η νομιμοποίηση των ημιυπαίθριων, άφθονο ζεστό χρήμα θα εισρεύσει στα αποστραγγισμένα κρατικά ταμεία, δεδομένου, λέει, ότι αυτοί οι επιλήψιμοι χώροι φτάνουν το ένα εκατομμύριο σε όλη τη χώρα. Ναι, καλά! Και ποιος τους έχει ελέγξει ή καταγράψει ποτέ; 

Μια πρόχειρη εκτίμηση τσαμπουνάνε κι όποιος τσιμπήσει τσίμπησε. Ένα ημιυπαίθριο μέτρο αμολάνε κι αν τους βγει, δόξα τω Θεώ θα λένε, αφού άλλο πλάνο για την τόνωση των κρατικών εσόδων δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Αλλά εγώ ακόμη απορώ: Δηλαδή, σοβαρά τώρα, πόσους συνέλληνες γνωρίζετε που ζουν έντρομοι και εν μέσω φρικτών τύψεων επειδή έχουν σκαρώσει και διαβιούν στον δικό τους ημιυπαίθριο χώρο; Ναι, τον κυρ-Κώστα απ’ την Παραμυθιά που τα τίναξε άκληρος πριν από δύο έτη... 

Κοντολογίς, γιατί να πάει ο άλλος να πληρώσει αίφνης και αυθορμήτως το πολεοδομικό του πρόστιμο, όταν ξέρει με αρκετούτσικη βεβαιότητα ότι ποτέ κανείς δεν πρόκειται να τον ελέγξει αν δεν το πράξει; Ως γνωστόν, άλλωστε, ο τζόγος και το vivere pericolosamente θέλγουν τον Νεοέλληνα, συνεπώς κι ο ημιπαράνομος συμπολίτης θα κάτσει στα αυγά του και στον ημιυπαίθριό του και δεν θα βγάλει κιχ – ούτε και δεκάρα τσακιστή από την τσέπη. Αλλά έπαθα κάτι σαν ενόραση τις προάλλες, έπεσα σε ένα τρανς μελλοντολογικό κι αλλούτερο και ονειρεύτηκα το εξής: Πως συνασπίζονταν, λέει, ξαφνικά οι πολίτες, ημιυπαίθριοι και μη, και μέσω διαδικτύου, SMS και συλλαλητηρίων έβγαιναν κι έλεγαν στο κράτος: «Στοπ! Ως εδώ και μη παρέκει. 

Απόσυρε πάραυτα αυτό το ηλίθιο μέτρο, λούσου ό,τι αβασάνιστα έσπειρες τόσον καιρό και κοίτα, τουλάχιστον, από σήμερα να ελέγχεις αποτελεσματικότερα τα του οίκου σου,  ημιυπαίθριου και μη». Ε; Ωραία δεν θα ’τανε; Αντί, λέει, να συνεχίζαμε με την κουτοπόνηρη παραβατικότητά μας να θρέφουμε αυτή τη σχέση εξάρτησης και απώθησης με το κράτος, να γινόμασταν ξαφνικά εμείς οι μπεσαλήδες και οι εντάξει και να ζητούσαμε τότε τα ρέστα από το μπαχαλοκράτος μας. Μετά, βέβαια, συνήλθα. Κι επέστρεψα στην ημιυπαίθρια πραγματικότητα. Έπιασα τηλέφωνο και πήρα τον Νίκο, τον φοροτεχνικό μου. «Ρε συ φίλε», του είπα, «αυτό με την περαίωση, μας πιάνει κι εμάς, τελικά;».