Slumdog Millionaire, και άλλες κινηματογραφικές προτάσεις

slumdog-millionaire-kai-alles-kinimatografikes-protaseis


Ο θριαμβευτής και παράλληλα νικητής των  Όσκαρ, αλλά και πλείστων άλλων βραβείων, το «Slumdog Millionaire» βγαίνει επιτέλους στις αίθουσες για να ανακαλύψετε αν όντως αξίζει τον θόρυβο ή όχι. Μαζί και το ελληνικό ας πούμε αντίστοιχό του, το πολυτιμημένο στα Κρατικά Βραβεία «Σκλάβοι στα δεσμά τους».

Slumdog Millionaire


Τι μένει να πεις για την ταινία του Ντάνι Μπόιλ, μετά από μια πορεία στα κινηματογραφικά βραβεία της χρονιάς που έληξε, με τον αληθινό θρίαμβό της στα Όσκαρ. Η «μικρή» αυτή βρετανική ταινία εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά, ακόμη και όσοι αναγνωρίζουν το ταλέντο του, αναμφίβολα δεν θεωρούν τον Μπόιλ χολιγουντιανό player, και ξεκίνησε να κερδίζει βραβεία και μια φήμη που όλο και διογκωνόταν σε φεστιβάλ, για να φτάσει μερικούς μήνες μετά να βρίσκεται στα χείλη όλων ως το αουτσάιντερ που νίκησε κατά κράτος όλα τα φαβορί. Βλέποντας το φιλμ δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τι είναι αυτό που το κάνει τόσο εύκολα αγαπητό, αλλά από την άλλη είναι μάλλον δύσκολο να αντιληφθείς τι οδήγησε τόσο πολλούς ανθρώπους σε μια σχεδόν θρησκευτικής υφής έκσταση, ώστε αυτή η ταινία να κερδίσει οχτώ Όσκαρ λίγες μέρες νωρίτερα. Ο Μπόιλ βεβαίως ήξερε πάντα να κάνει feel good ταινίες, ακόμη κι αν κινηματογραφούσε μια παρέα φίλων που σνιφάρουν ηρωίνη ή κάνουν βουτιές στην πιο βρώμικη τουαλέτα της Σκωτίας. 

Αν έχεις κατορθώσει να κάνεις τόσο μεγάλη επιτυχία με ένα φιλμ σαν το «Trainspotting», που, ας το παραδεχθούμε, δεν έχει τίποτα χαρμόσυνο πάνω του– τότε αναμφίβολα μπορείς να πλάσεις μια ιστορία που να σε αφήνει με το χαμόγελο στα χείλη ακόμη κι αν διαδραματίζεται στις πιο άθλιες παραγκουπόλεις της Βομβάης και τοποθετεί τους ήρωές του από τη μια τραγική δυστυχία στην επόμενη. Τουλάχιστον ο ινδικός ουρανός είναι γεμάτος φως και οι δρόμοι της Ινδίας ένα πανηγύρι από χρώματα, οπότε αναμφίβολα ξεκινάς με ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τα πρεζόνια της Σκωτίας, ένα πλεονέκτημα που ο Μπόιλ εκμεταλλεύεται στο έπακρο, κάνοντας ένα φιλμ που σφύζει από ζωή, ενέργεια, χρώμα, μουσική, ρυθμό και ένταση. 

Το σενάριο του μόνιμου συνεργάτη του Σάιμον Μποφόι, βασισμένο σε ένα τοπικό μπεστ σέλερ, δίνει τον τόνο, αρνούμενο να ακολουθήσει μια συνηθισμένη σεναριακή γραμμή, κινούμενο μπρος και πίσω στον χρόνο, με τον ίδιο τρόπο που μια προφορική ιστορία ή οι αναμνήσεις ενός ανθρώπου θα το έκαναν. Ο νεαρός του ήρωας μοιράζει τσάι σε μια τηλεφωνική εταιρεία και όταν κληρώνεται να διαγωνιστεί στην τοπική βερσιόν του τηλεπαιχνιδιού «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος» δεν πιστεύει στην τύχη του. 

Οι υπεύθυνοι του παιχνιδιού από την άλλη δεν πιστεύουν στ’ αφτιά τους όταν εκείνος απαντά στη μια ερώτηση μετά την άλλη και φτάνει στην κορυφή του παιχνιδιού. Λίγο πριν τα εκατομμύρια, όμως, επεμβαίνει η αστυνομία που θέλει να μάθει πώς ένα πρώην παιδί των δρόμων μπορεί να ξέρει τόσο πολλά και η πορεία του ήρωα από τις πιο άθλιες γειτονιές της Βομβάης μέχρι το... Ινδικό όνειρο αρχίζει να ξετυλίγεται. Αυτό που θα δούμε για το υπόλοιπο της ταινίας θα είναι τόσο δραματικό όσο και ελπιδοφόρο, τόσο σκληρό όσο και ρομαντικό, τόσο μια ιστορία επιβίωσης όσο και μια ιστορία αγάπης. Και ναι, θα είναι δίχως καμιά αμφιβολία απολύτως ενδιαφέρον, δεν θα περιέχει καμιά βαρετή στιγμή, αλλά από την άλλη δεν θα απαιτήσει κι από τον θεατή του παρά ελάχιστη συναισθηματική επένδυση. 

Οι τρώγλες της Βομβάης θα μεταμορφωθούν σε ένα εντυπωσιακό σκηνικό, που ακόμη κι αν δείχνει μιαρό και άθλιο δεν μένει αρκετή ώρα στην οθόνη για να σε ενοχλήσει· τα πιτσιρίκια μπορεί να ζουν στην απόλυτη σκληρότητα αλλά δεν χάνουν ποτέ το κέφι τους και ακόμη και στις πιο δραματικές στιγμές υπάρχει πάντα ένα κωμικό στιγμιότυπο για να αποφορτίσει την ένταση. Αναμφίβολα δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την ενέργεια και το ταλέντο που είναι εμφανές σε κάθε πλάνο του φιλμ, δεν μπορείς παρά να χαιρετήσεις την αισιόδοξη διάθεση της ταινίας, αλλά δεν μπορείς παρά να νιώσεις και την υποψία της αμφιβολίας για την ειλικρίνεια και την τιμιότητα του όλου εγχειρήματος να εγείρεται εντός σου, ακόμη κι αν στους τίτλους του τέλους το μόνο που θες είναι να σηκωθείς από την καρέκλα σου και να ακολουθήσεις τα βήματα του σημειωτικού Βollywood χορευτικού που βλέπεις στην οθόνη.

  • Σκηνοθεσία: Ντάνι Μπόιλ 
  • Πρωταγωνιστούν: Ντεβ Πατέλ, Ανίλ Καπούρ, Σαουράμπ Σούκα, Φρέιντα Πίντο, Ιρφάν Κάν. Χώρα: Αγγλία. Διάρκεια: 120 λεπτά.

Σκλάβοι στα δεσμά τους

Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ο Κερκυραίος Τώνης Λυκουρέσης μεταφέρει στην οθόνη μια ιστορία που διαδραματίζεται στο νησί του στις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα από την ένταση των ερωτικών σχέσεων και τα πάθη που αυτές προκαλούν αναπτύσσεται η δραματική πτώση της αρχοντικής οικογένειας των Οφιομάχων και παράλληλα η άνοδος της νέας αστικής τάξης του ελληνικού κράτους. Ο έρωτας δυο νέων ανθρώπων, του ρομαντικού διανοούμενου Άλκη Σωζόμενου και της όμορφης αρχοντοπούλας Ευλαλίας Οφιομάχου, θυσιάζεται στον βωμό μιας ωμής οικονομικής συναλλαγής. Οι καταχρεωμένοι Οφιομάχοι, βάζοντας στην άκρη αρχές και αισθήματα, δίνουν την κόρη τους νύφη στον πλούσιο γιατρό και βουλευτή Αριστείδη Στεριώτη προκειμένου να διασωθούν. Τίποτα όμως δεν θα μπορέσει να αποτρέψει τον ηθικό ξεπεσμό και την οικονομική καταστροφή που θα συντρίψει την οικογένειά τους. 

Η ταινία υπήρξε ο θριαμβευτής στα κρατικά βραβεία κινηματογράφου τον περασμένο Νοέμβριο, όμως νιώθεις ότι όλη η επιβράβευση αφορούσε τις αναμφίβολα αξιόλογες τεχνικές της αρετές κι όχι την ταινία σαν ένα βαθύτερο πορτρέτο μιας εποχής, μιας κοινωνίας και κυρίως των ηρώων της. Δυστυχώς το «Σκλάβοι στα δεσμά τους», ακόμη κι αν παρακολουθείται με ενδιαφέρον σε όλη τη διάρκειά του, δεν έχει τη διαχρονική ματιά που θα το έκανε ικανό να μιλήσει σε έναν σύγχρονο θεατή και κυρίως καθόλου από το πάθος που απαιτείται για σε κάνει να νοιαστείς αληθινά για τις περιπέτειες των ηρώων του και τα δράματά τους, εσωτερικά ή μη.

  • Σκηνοθεσία Τώνης Λυκουρέσης 
  • Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Φέρτης, Δήμητρα Ματσούκα, Άκης Σακελλαρίου, Χρήστος Λούλης, Ειρήνη Ιγγλέση, Ρηνιώ Κυριαζή, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Λένα Παπαληγούρα.  Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 127 λεπτά.

Μάρλεϊ, ένας μεγάλος μπελάς

Δυο ξανθοί πρωταγωνιστές κι ένας αξιολάτρευτος σκύλος. Ιδού τα συστατικά για μια ταινία που αποτέλεσε απρόσμενο εισπρακτικό θρίαμβο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού φέτος. Ποια είναι λοιπόν η μαγική συνταγή του Μάρλεϊ, τι ήταν αυτό που έκανε τόσους ανθρώπους να στηθούν στην ουρά; Πιθανότατα είναι η προσπάθεια των δημιουργών αυτού του φιλμ να μην κάνουν απολύτως τίποτα που να μοιάζει έστω και αμυδρά με ρίσκο, να μη χρησιμοποιήσουν τίποτα άλλο εκτός από δοκιμασμένα κόλπα σε δεκάδες κομεντί και δράματα και κυρίως να δώσουν στον σκύλο, ένα αξιολάτρευτο (αν και απόλυτα άτακτο) λαμπραντόρ, μεγαλύτερη σημασία από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. Οι οποίοι υποδύονται εδώ, με όλο το βάθος που τους επιτρέπουν τα ξανθά τους μαλλιά και η φύση της ταινίας, ένα ζευγάρι δημοσιογράφων που μετακομίζουν στη Φλόριντα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει όταν αποφασίζουν να πάρουν ένα σκύλο. 

Τα χρόνια θα περάσουν, ο σκύλος θα μεγαλώσει, οι ήρωες θα αποκτήσουν δικά τους παιδιά και το σενάριο θα φτάσει μέχρι το δακρύβρεχτο φινάλε, δίχως απολύτως καμιά έκπληξη ή τίποτα αληθινά ενδιαφέρον, πέρα από στιγμές οικογενειακής ευτυχίας ή δυσκολιών, χαράς ή λύπης, τόσο καλογυαλισμένων που μοιάζουν βγαλμένες από διαφήμιση. Στην πραγματικότητα η μόνη έκπληξη σε ολόκληρη την ταινία είναι η πληροφορία ότι το σενάριο είναι βασισμένο σε ένα βιβλίο που είναι αυτοβιογραφικό, πράγμα που σημαίνει ότι άνθρωποι τόσο ξανθοί και τόσο άχρωμοι όσο αυτοί που υποδύονται η Τζένιφερ Άνιστον και ο Όουεν Γουίλσον υπάρχουν όντως στ’ αλήθεια!

  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φράνκελ. 
  • Πρωταγωνιστούν: Όουεν Γουίλσον, Τζένιφερ Άνιστον, Έικ Ντέιν, Κάθλιν Τέρνερ, Άλαν Άρκιν. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 115 λεπτά.

Μοναδική μου ηλιαχτίδα

Εξαιρετικά φωτογραφημένη, αλλά τόσο ελλειπτικά ειπωμένη που το αποτέλεσμα καταντά σχεδόν εκνευριστικό, η ταινία του Τούρκου Ρεχά Ερντέμ καταγράφει στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή της δεκατετράχρονης ηρωίδας του, η οποία βιώνει μια αναμφίβολα τραγική ύπαρξη στις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες της Κωνσταντινούπολης. Παγιδευμένη σε ένα σπίτι το οποίο έχει εγκαταλείψει η μητέρα της και στο οποίο κατοικεί με τον μάλλον αδιάφορο πατέρα της και τον άρρωστο παππού της, η μικρή μοιάζει να υπνοβατεί δίχως φροντίδα, καθοδήγηση ή αγάπη. 


Μέσα από σκηνές στο σχολείο, το σπίτι, στο σπίτι της μητέρας της, που έχει εν τω μεταξύ δημιουργήσει καινούργια οικογένεια, καθώς και με την όχι ακριβώς εποικοδομητική συναναστροφή της με τους γείτονές της, ο Ερντέμ δημιουργεί το πορτρέτο της, αφήνοντας ένα μικρό περιθώριο στην ελπίδα, όμως στην πραγματικότητα γρήγορα η ταινία χάνει το ενδιαφέρον της. Όταν όλα τα επιμέρους στοιχεία αυτού του πορτρέτου μπουν στη θέση τους, καμιά εξέλιξη δεν υπάρχει, τίποτα ουσιαστικά δεν γίνεται και η ταινία δεν ενδιαφέρεται να καταλήξει πουθενά. Ο μόνος λόγος ύπαρξής της, άλλωστε, δείχνει να είναι ακριβώς αυτή η ανάδειξη της «μιζέριας» σε πρωταγωνιστή και η ευκαιρία να κινηματογραφήσει με εντυπωσιακό τρόπο τα βρώμικα νερά του Βοσπόρου, δείχνοντας ελάχιστο ενδιαφέρον για την ηρωίδα του ή την πραγματικότητά της.

  • Σκηνοθεσία: Ρεχά Ερντέμ. 
  • Πρωταγωνιστούν: Ελίτ Ισκάν, Ερντάν Μπεσικτσόγλου, Λεβέντ Γιλμάζ. Χώρα: Τουρκία, Ελλάδα. Διάρκεια: 121 λετπά.

Ισοβίτες

Δυο εντελώς αντίθετοι τύποι καταλήγουν στο ίδιο κελί της φυλακής. Ο ένας, εκδότης μιας «επαναστατικής» εφημερίδας με τίτλο «Όλα τα άπλυτα στη φόρα», έχει χάσει τα πάντα καθώς η τράπεζα του παίρνει το σπίτι και αποφασίζει να γίνει «εθελοντής ισοβίτης». Ο άλλος καταδικάζεται σε ισόβια για έναν φόνο που δεν διέπραξε και θέλει πάση θυσία να επιστρέψει στην ελευθερία του, αλλά και να ανακαλύψει τι είναι αυτό που την κάνει τόσο σημαντική. Αυτή βεβαίως είναι η κατάληξη της κωμωδίας του Θόδωρου Μαραγκού, η οποία για να φτάσει ως εκεί θα χρειαστεί να διανύσει μια διαδρομή γεμάτη, τις περισσότερες φορές, από ατυχή αστεία και καταστάσεις που θυμίζουν αποτυχημένη φαρσοκωμωδία. Ο ίδιος δηλώνει ότι θεωρεί το χιούμορ επαναστατικό και η πρόθεσή του να διακωμωδήσει και να υπονομεύσει μια σειρά από κακώς κείμενα είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Μόνο που για να αλλάξει κάτι μια επανάσταση πρέπει να είναι πετυχημένη και με τον ίδιο τρόπο το χιούμορ οφείλει να βρίσκει τον στόχο του. Δυστυχώς στην περίπτωση των «Ισοβιτών» δεν το καταφέρνει σχεδόν ποτέ και το αποτέλεσμα μοιάζει απλά με μια συρραφή κακογυρισμένων ατυχών σκετς, τα περισσότερα από τα οποία μοιάζουν να έχουν βγει από επεισόδια του «ΑΜΑΝ» ή ακόμη χειρότερα κάποιας σειράς του Μάρκου Σεφερλή.

  • Σκηνοθεσία: Θόδωρος Μαραγκός. 
  • Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Μουρίκης, Τάκης Σπυριδάκης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Στέφανος Ρίσκας, Ευαγγελία Μουμούρη, Κωνσταντίνα Γκόρου, Νίκος Παπουτσάκης, Κώστας Καφάσης. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 107΄

Μια ζωή, μια εποχή - Μιχάλης Κακογιάννης

Ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Μιχάλη Κακογιάννη, που τον ακολουθεί από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα, με τον ίδιο να αφηγείται στιγμιότυπα της ζωής και της καριέρας του και συνεργάτες και μαθητές του να σχολιάζουν το έργο του. Χρήσιμο στην προσπάθειά του να αποτελέσει ένα ντοκουμέντο για έναν εκ των σημαντικότερων σκηνοθετών του ελληνικού σινεμά, αλλά σαφώς λιγότερο αποτελεσματικό ή ενδιαφέρον από ό,τι θα μπορούσε να είναι το ντοκιμαντέρ της Λυδίας Καρρά, ξοδεύει περισσότερο χρόνο από ό,τι χρειάζεται σε παράθεση αποσπασμάτων από το έργο του σκηνοθέτη και σε συνεντεύξεις, όπως αυτή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ως συνήθως μιλά για τον εαυτό του και τη δική του δουλειά στις ταινίες του Κακογιάννη κι όχι για τον σκηνοθέτη. Όταν ο ίδιος μιλά το ενδιαφέρον κεντρίζεται, αλλά ακόμη κι έτσι νιώθεις ότι θα χρειαζόταν μια καλύτερη επιλογή των λεγομένων του, ένα πιο σφιχτό μοντάζ και μια πιο διεισδυτική ματιά για να γίνει όντως αυτό το φιλμ μια γοητευτική καταγραφή, τόσο του ίδιου του σκηνοθέτη όσο και της εποχής του.


  • Σκηνοθεσία: Λυδία Καρρά. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 87 λεπτά.


Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων

Επανέκδοση

Δέκα χρόνια μετά την πρώτη της προβολή, η ταινία του Δήμου Αβδελιώδη μας μεταφέρει ξανά στη Χίο του 1960, όπου μετά τον ξαφνικό θάνατο του αγροφύλακα του Θολοποταμίου κανένας αντικαταστάτης δεν μπορεί να στεριώσει στην κοινότητα. Οι κάτοικοι του χωριού έχουν τη φήμη πονηρών ανθρώπων και οι αγροφύλακες φοβούνται ότι ο αδικοχαμένος συνάδελφός τους έχει στοιχειώσει την περιοχή.

Σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης. Πρωταγωνιστούν: Αγγελική Μαλάντη, Άγγελος Παντελάρας, Τάκης Αγορής, Γιάννης Τσουμπαριώτης, Στέλιος Μακριάς, Παναγιώτης Λούρος, Ηλίας Πετροπουλέας. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 180 λεπτά.