Μια ασυνήθιστη ιστορία με κάποιο φωτογράφο

mia-asynithisti-istoria-me-kapoio-fotografo

Ο Αργύρης βγήκε στη βεράντα του ξενοδοχείου. Ακούμπησε τους αγκώνες στο άσπρο σιδερένιο κάγκελο. Το απαλό αεράκι από τη θάλασσα που απλωνόταν στα πόδια του ξενοδοχείου του ανακάτεψε τα ξανθά, ίσια μαλλιά του. Θαύμασε το πορτοκαλί χρώμα που πλημμύριζε τον ορίζοντα.

Μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο και άρπαξε από το πάτωμα τη μαύρη δερμάτινη τσάντα. Βγήκε πάλι έξω κρατώντας την καινούρια του Nikon D40.

Κλικ, κλικ, κλικ...

- Τέλεια!

- Όμορφα!

Κλικ, κλικ, κλικ...

Το δάκτυλο του πατούσε συνεχώς το κουμπάκι. Έστριψε το κεφάλι προς τα δεξιά και είδε ένα αερόστατο με κόκκινα, κίτρινα και γαλάζια τετράγωνα. Το πρόσωπό του Αργύρη έλαμψε.

- Αυτή η φωτογραφία σίγουρα θα πάει σε διαγωνισμό, μονολόγησε.

Επέστρεψε στο δωμάτιο, πήρε το περιοδικό «ΦΩΤΟγράφος» και κατέβηκε στην ρεσεψιόν. Διέσχισε τη βεράντα. Ήταν γεμάτη από κόσμο που ξεκουραζόταν γύρω από τα γυάλινα τραπεζάκια. Κατέβηκε στην παραλία. Περπάτησε αρκετά, μέχρι που έφτασε στο πιο απομακρυσμένο σημείο της.

Έβαλε την φωτογραφική και το περιοδικό στο τελευταίο τραπεζάκι. Κάθισε στην καρέκλα κάτω από την ψάθινη ομπρέλα κι απολάμβανε τη γαλήνη, τον απαλό παφλασμό των κυμάτων και την παρέα ενός γλάρου που πέρασε για λίγο από εκεί.

Ο ήλιος είχε χαθεί πια πίσω από το λόφο κι ο κόσμος έφευγε σιγά σιγά. Ένα άσπρο σκάφος φάνηκε να πλησιάζει. Πήρε τη φωτογραφική κι άρχισε να φωτογραφίζει. Ενεργοποίησε το φλας κι έκανε ζουμ για να φέρει την εικόνα πιο κοντά. Η βάρκα είχε γυρίσει και κατάφερε να δει την πόρτα που οδηγούσε στην καμπίνα.

Δυο φιγούρες φάνηκαν. Δυο άντρες. Ένας λοστός στα χέρια του ενός άντρα κατέβηκε απότομα στο κεφάλι του άλλου. Κι ακόμα μια φορά. Ο Αργύρης πάγωσε. Δεν πάτησε ούτε το κουμπί. Κοίταζε μόνο. Ο άντρας έτρεξε στο κατάστρωμα και κατέβηκε στην λέμβο.

Ο Αργύρης κατάφερε να βγάλει τώρα δυο φωτογραφίες με μεγάλη επιφύλαξη. Φοβήθηκε ότι το φλας της φωτογραφικής θα τον πρόδιδε. Κατευθύνθηκε τρέχοντας προς το ξενοδοχείο και τηλεφώνησε στην αστυνομία.

Ο ουρανός είχε γίνει γκρίζος. Και η θάλασσα σκοτείνιασε. Το άσπρο σκάφος, σαν φέρετρο, έπλεε ατάραχο στην αγκαλιά της. Το αεράκι φυσούσε απαλά, σαν χάδι, για να την ημερέψει. Μερικές σταγόνες νερό, σαν δάκρυα, μούσκεψαν το ξεχασμένο περιοδικό, στο απόμακρο ξύλινο τραπεζάκι.